My Photo
Name:
Location: Athens, Greece

A thing of beauty is a joy forever
Its loveliness increases
It will never pass into nothingness
But still will keep a bower quiet for us
And a sleep full of sweet dreams and health and quiet breathing
Endymion,J.Keats
End? No, the journey doesn't end here. Death is just another path one that we all must take. The grey rain-curtain of this world rolls back and all change to silver glass and then you see it.White shores and beyond. A far green country under a swift sunrise
Gandalf
Humanity has the stars in its future, and that future is too important to be lost under the burden of juvenile folly and ignorant superstition
I.Asimov
Our loyalties are to the species and the planet. We speak for Earth. Our obligation to survive is owed not just to ourselves but also to that Cosmos ancient and vast from which we spring
C. Sagan
'O me!O life! of the questions of these recurring; of the endless trains of the faithless--of cities filled with the foolish;what good amid these,O me,O life?
Answer.That you are here that life exists,and identity;that the powerful play goes on and you may contribute a verse.'
W.Whitman

Sunday, April 26, 2009

Prometheus bound or how knowledge came to ancient greece


Ένας από τους ωραιότερους μύθους της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, είναι ο μύθος του Προμηθέα, του Τιτάνα, που πρόσφερε τη γνώση στον άνθρωπο και του έδειξε το δρόμο για τον πνευματικό Όλυμπο. Ο μεγάλος μας τραγωδός Αισχύλος έγραψε μία τριλογία, τις θαυμάσιες τραγωδίες: “Προμηθεύς Πυρφόρος”, “Προμηθεύς Δεσμώτης” και “Προμηθεύς Λυόμενος”, από τις οποίες διασώζεται ολόκληρη μόνον η δεύτερη, δηλ. ο “Προμηθεύς Δεσμώτης” που συμβολικά μιλάει για την εγκλωβισμένη στην ύλη ανθρώπινη ψυχή και την εξέλιξή της πάνω στη γη.
Προμηθέας είναι αυτός που προμήθευσε τον άνθρωπο με νόηση, το “πυρ” των θεών.

Ο Μ ύ θ ο ς

Στην αρχαιοελληνική παράδοση ο Προμηθέας ήταν γιος της Τιτανίδας Θέμιδας ή της μάνας της, της Γης, ενώ δεν αναφέρεται το όνομα του πατέρα του.

Ο Αισχύλος στις τραγωδίες του μας αναφέρει σαν πατέρα του Προμηθέα τον Ιαπετό. Είχε αδελφό τον Άτλαντα και ήταν για άλλους γιος Τιτάνα και για άλλους Τιτάνας ο ίδιος. Στην Τιτανομαχία συντάχθηκε με τον Δία, και με τις συμβουλές του οι θεοί νίκησαν γεμίζοντας τα Τάρταρα με κορμιά των Τιτάνων. Μετά τη νίκη, με τη συνεργασία του Προμηθέα, ο Δίας μπόρεσε να αναγνωριστεί απ’ όλους σαν βασιλιάς του ουρανού. Με τις υπηρεσίες του, ο βασιλιάς των θεών μπόρεσε να φέρει στον κόσμο την κόρη του, όταν ο Προμηθέας με ένα τσεκούρι χτύπησε την κεφαλή του Δία, απ’ όπου πετάχτηκε πάνοπλη παρθένα η Αθηνά.
Όταν ο Δίας νίκησε τους εχθρούς του κι ανέβηκε στο θρόνο του πατέρα του, κάλεσε τους θεούς και τους μοίρασε τιμές κι εξουσίες, στον καθένα ανάλογα με τη δύναμή του και με τη σοφία του.

Για τους ανθρώπους δεν σκέφτηκε τίποτα κι αρκέστηκε να πει πως άμα ξεκληριστεί το γένος τους, αυτός θα πλάσει νέο. Τότε ο Προμηθέας ήταν ο μόνος που αντιτάχτηκε φανερά σ’ αυτή την απόφαση του βασιλιά των θεών. Κι όχι μόνο αντιτάχτηκε αλλά και, ενεργώντας με πολλή τόλμη και σοφές προβλέψεις, πέτυχε να λυτρώσει τους ανθρώπους από τον αφανισμό.
Έτσι, από τότε έβαλε μέσα στο νου των ανθρώπων πολλές ελπίδες και έκανε με αυτές να μη βλέπουν πια σε κάθε βήμα το χαμό τους. Ύστερα τους έφερε τη φωτιά, που αποδείχτηκε « κοινό ωφέλημα για τους θνητούς», « μεγάλη ευκολία και δάσκαλος κάθε τέχνης». Μερικοί μάλιστα είπαν πως ο Προμηθέας δεν περιόρισε ως εδώ τις ευεργεσίες του στους ανθρώπους, αλλά έκατσε ο ίδιος και τους δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες. Ως τότε, έλεγαν, οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς φρόνηση, έβλεπαν και δεν έβλεπαν, άκουαν και δεν άκουαν, ήταν σαν μορφές βγαλμένες μέσα από όνειρα, έσερναν τη ζωή τους στην τύχη, δεν είχαν σπίτια, δεν δούλευαν το ξύλο, κατοικούσαν μέσα στις τρύπες της γης τις ανήλιαγες, σαν τα μυρμήγκια. Σημάδια του χειμώνα και του καλοκαιριού, του καρπίσματος και της σοδειάς δεν είχαν, κάθε τους πράξη ήταν δίχως γνώση. Σαν τους πήρε στην προστασία του ο Προμηθέας, ο ίδιος τους δίδαξε τις ανατολές και τις δύσεις των άστρων, τους αριθμούς και τα γράμματα, πρώτος αυτός ζευγάρωσε τα καματερά στο αλέτρι, έδεσε τ’ άλογα στο άρμα, επινόησε τα πλεούμενα, τα φάρμακα για τις αρρώστιες, τις προβλέψεις για το μέλλον και τα κρυμμένα στα βάθη της γης «ωφελήματα», το χαλκό, το σίδηρο, τον άργυρο και τον χρυσό. Και όπως έλεγαν με ένα λόγο, « όλες οι τέχνες ήταν από τον Προμηθέα».

Στις ιστορίες γι’ αυτό τον Τιτάνα πολλοί προχωρούσαν ακόμα πιο πέρα. Γι’ αυτούς ο Προμηθέας δεν ήταν μόνο ο μεγάλος φίλος και ευεργέτης του ανθρώπινου γένους, αλλά και ο δημιουργός του. Και μάλιστα όχι μόνο επειδή ήταν πατέρας του Δευκαλίωνα, του πρώτου θνητού βασιλιά πάνω στη γη, που έγινε γενάρχης των Ελλήνων και όλων των ανθρώπων, αλλά επειδή τους είχε πλάσει με τα ίδια του τα χέρια. Έλεγαν πως ο Προμηθέας, με τη συνεργασία της Αθηνάς, είχε πλάσει τους ανθρώπους από πηλό και φωτιά και τους είχε δώσει μορφή παραπλήσια με τη μορφή που είχαν οι θεοί.

Άλλοι πάλι έλεγαν πως τον καιρό που στον κόσμο υπήρχαν μόνο αθάνατα όντα, όχι όμως και θνητά, οι θεοί έπλασαν τις μορφές όλων των ζώων στη γη από χώμα και φωτιά και ύστερα πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον αδελφό του Επιμηθέα να αναλάβουν να τα εξοπλίσουν με δυνάμεις κατάλληλες για το καθένα, ώστε να μπορέσουν να επιζήσουν. Τότε ο Προμηθέας είπε στον αδελφό του να κάνει την διανομή, και ύστερα αυτός να επιθεωρήσει για να δει αν έγιναν όλα όπως έπρεπε. Μα ο Επιμηθέας ξεχάστηκε με τη δουλειά του, ξόδεψε σπάταλα όλες τις φυσικές δυνάμεις για τα άλλα ζώα και στο τέλος δεν είχε να δώσει τίποτα στον άνθρωπο. Όταν είδε ο Προμηθέας τον άνθρωπο γυμνό από φυσικές δυνάμεις κι ανυπεράσπιστο, σκέφτηκε, έτρεξε στο εργαστήρι του Ήφαιστου και της Αθηνάς κι έκλεψε τη φωτιά και μαζί όλες τις σχετικές τέχνες, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος με αυτά τα όπλα να επιβιώσει. Γι αυτή του την πράξη ο Προμηθέας καταδικάστηκε αργότερα από τους θεούς.

Για τις σχέσεις του Προμηθέα με τον Δία, άλλοι είπαν πως είχαν από την αρχή εξέλιξη διαφορετική. Έτσι έλεγαν πως μετά την Τιτανομαχία, όταν οι θεοί και οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στη Μηκώνη, την κατοπινή Σικυώνα, για να ορίσουν τα δικαιώματα καθενός, ο Προμηθέας, που η φύση του τον έσπρωχνε στην πονηριά, έβαλε στο νου του να ξεγελάσει τον Δία. Γι’ αυτό πήρε ένα βόδι, το έσφαξε, το έγδαρε, το κομμάτιασε, έκοψε και το τομάρι στα δύο, ύστερα τύλιξε με το ένα κομμάτι όλα τα ψαχνά, με το άλλο τα λίπη και τα κόκαλα, και τα έβαλε μπροστά στον Δία, προτείνοντάς του να διαλέξει. Ο Δίας κατάλαβε το σχέδιο του Προμηθέα, καμώθηκε όμως πως δεν ήξερε, πήρε το σακί με τα λίπη και τα κόκαλα κι άφησε το άλλο με τα ψαχνά. Τότε ο Προμηθέας τα πρόσφερε στους ανθρώπους, κάνοντας έτσι την αρχή στη συνήθεια να τρώνε οι άνθρωποι τα ψαχνά από τα ζώα της θυσίας και να καίνε τα λίπη και τα κόκαλα για προσφορά στους θεούς. Όμως ο Δίας οργίστηκε πολύ με τον Προμηθέα και με τους προστατευόμενούς του, τους ανθρώπους, και γι’ αυτό για τους ανθρώπους σκέφτηκε κακά φριχτά, κι έτσι τη φωτιά τους πήρε, μα ο γιος του Ιαπετού για τον άνθρωπο την κλέβει από τον Δία το σοφό μέσα σε καλάμι κούφιο κι από το θεό κρυφά.

Κι ο νεφεληγερέτης χολιασμένος είπε του:
« Γιέ του Ιαπετού, που ξέρεις όλα τα τεχνάσματα,
χαίρεσαι που μου’ χεις κλέψει τη φωτιά, γελώντας με,
πάθημα για σένα μέγα και για τους μελλούμενους.
Γιατί εγώ σ’ αυτούς θα δώσω συφορά για τη φωτιά,
Και μ’ αυτή θα φχαριστιούνται, συφορά αγκαλιάζοντας ».

Έτσι ο Δίας πρόσταξε τον Ήφαιστο να πλάσει από χώμα και νερό την Πανδώρα, γυναίκα με μορφή θεάς. Ύστερα οι θεές τη στόλισαν, καθεμιά με τα δικά της χαρίσματα, και την έστειλαν στους ανθρώπους μαζί με ένα πιθάρι γεμάτο συμφορές. Η Πανδώρα, μην ξέροντας τι έχει το πιθάρι, το ξεσκέπασε, οι συμφορές χύθηκαν έξω στον κόσμο κι από τότε
είν’ η γη κακά γιομάτη, κι είν’ γιομάτη η θάλασσα.
Πρόλαβε μόνο να σκεπάσει το πιθάρι και να κρατήσει την ελπίδα.

Πάνω σ’ αυτό έλεγαν ακόμα πως ο Δίας, όταν οι άνθρωποι του μήνυσαν την κλοπή της φωτιάς, αποφάσισε να τους χαρίσει ένα φάρμακο, που θα τους γλίτωνε από τα γεράματα. Αυτοί που το παρέλαβαν, το φόρτωσαν σε ένα γάιδαρο. Ο γάιδαρος, βαδίζοντας μέσα στο λιοπύρι, δίψασε και στάθηκε σε μια βρύση να δροσιστεί λιγάκι. Εκεί όμως ένα μεγάλο φίδι διαφέντευε το νερό και δεν άφηνε το γάιδαρο να πιεί, παρά μόνο αφού πήρε για πληρωμή το φορτίο. Έτσι οι άνθρωποι έχασαν το φάρμακο για τα γεράματα, ενώ το φίδι από τότε κατάφερε να συνεχίζει τη ζωή του αλλάζοντας δέρμα.

Ο Δίας τιμώρησε τον Προμηθέα με τον πιο σκληρό τρόπο. Πρόσταξε τον Ήφαιστο, με βοηθούς το Κράτος και τη Βία, να τον αλυσοδέσουν πάνω σ’ έναν πάσσαλο, στην κορυφή του Καύκασου, στην μακρινή Ανατολή, στην άκρη του κόσμου. Ένας αετός από πάνω του ορμούσε και του έτρωγε το συκώτι, που τη νύχτα ξαναγινόταν, και την άλλη μέρα ο αετός το ξανάτρωγε. Αυτή η τιμωρία ήταν, καθώς έλεγαν, γιατί ο Τιτάνας εξαπάτησε τον Δία, είτε γιατί έκλεψε τη φωτιά, είτε γιατί επιθυμούσε να κάνει δική του την Αθηνά.
Ύστερα από τριάντα χρόνια έτυχε να περάσει από ’κει ο Ηρακλής, ο οποίος με το τόξο του πέτυχε τον αετό και έλυσε τα δεσμά του τιμωρημένου Προμηθέα. Έτσι λευτερώθηκε ο ευεργέτης των ανθρώπων, και σ’ αυτή την απελευθέρωση δεν εναντιώθηκε ο τιμωρός του Δίας. Ο Δίας δέχτηκε την απελευθέρωση με αντάλλαγμα την αποκάλυψη που του έκανε ο Προμηθέας, πως δεν έπρεπε να επιτρέψει την ένωση της Θέτιδας με θεό γιατί θα γεννιόταν γιός πιο δυνατός από τον Δία, που θα του έπαιρνε την εξουσία.


Άλλη εξήγηση που έδιναν ήταν πως ήθελε να δοξαστεί ο γιός του ο Ηρακλής. Τέλος, είπαν, πως όταν ο Ηρακλής χτύπησε με ένα βέλος το πόδι του φίλου του του Κένταυρου Χείρωνα που έτσι βασανιζόταν χωρίς να πεθαίνει γιατί ήταν αθάνατος, ο Δίας έκανε την παραχώρηση να ανταλλάξει τη ζωή του Χείρωνα με τη ζωή του Προμηθέα, οπότε έγινε αυτός αθάνατος στη θέση του Κένταυρου. Τελικά ο Προμηθέας πήρε θέση δίπλα στους θεούς και λέγεται πως έγινε συμβουλάτορας του βασιλιά των θεών.

Labels: ,

Saturday, April 18, 2009

La Vie en rose - for the light of paris eve's of gold and purple twillight

Hold me close and hold me fast
The magic spell you cast
This is la vie en rose

When you kiss me heaven sighs
And tho I close my eyes
I see la vie en rose

When you press me to your heart
I'm in a world apart
A world where roses bloom

And when you speak...angels sing from above
Everyday words seem...to turn into love songs

Give your heart and soul to me
And life will always be
La vie en rose

Labels: ,

Thursday, April 09, 2009

Green eyes

Ok so now I'm going to go off-track for a little......Hamlet and the meaning of life are put on hold for a post and I'm going to talk about what the f*ck life was thinking about when coincidences were invented??????

Anyway......you're sitting in your office trying to get some idea of who was the @ss that designed the architecture you're looking at.....and.....and.....(drums rolling) there enters a face from your past, long ago past that used to be (or so you thought anyway as always) that uncomplete love of your life that you got somewhere but not quite there....

And it turns out that, just as in the first time you met, you were working for the same company (well then) and now that he left before you got to this one. And it also turns out that if it wasn't for a weird time coincidence you probably would not have met not in the first place (thank you Oracle-again) and certainly not today either.

And all your relationship, all your interactions all these years were due to coincidences, chance meetings that brought back all those things you tried everytime to forget......7 years of trying.....

And he's still just as you remember him, only a little older (maybe not the wiser):), a little softer maybe but still the ultra-bad boy that you remember and was enamoured with.

And he's just as shocked to see you as you are to see him. And he's happy to see you...you don't know what you are.......but you have a grin and hug him right back.

And you go out and its like not a day has passed because all those years, even though you didn't really keep in touch everytime you met it was like not a day had passed.

You have tried and failed (both) in being together and you're really not looking to get your heart broken again......but you had missed that grin damn it...and him.

Always had a thing for blond, green eyed bad boys with a grin and an attitude......and a lot of strength to overcome life's adversities.....

I'm still smiling even though my heart remembered feelings I preffered to have locked in the attic.

But I did love these green eyes.....damn coincidences damn them......ARGH!

That phonecall......that phonecall I was so embarashed but will never forget at 3 am. When my phone was in my pocket and you were the first name in my phonebook and I was out and the phone was in my jacket not key-locked and it got accidentally pressed and you ended up listening to me making a fool of myself with my friends. And you called me back and told me and I was soooo embarashed that I wanted to just dissapear that instant but you said it was ok...that it actually was more thank ok......that you were happy for that accident (you didn't believe it was an accident but it really was):)

But I had a thing for you back then and you knew it quite well .......damn it again......

I've always known you....and that surprised you as it did me but I did and I do now. You still rock....

Its good to know you're out there....I'm not going to do anything about it but its good to know :)

P.S. Life is full of surprises.....

Labels: , ,

Monday, April 06, 2009

I am still here




Life is pain.

Well thank you for the enlightenment dear Buddha but as I wrote some time ago in my fb I don't think the reason for life's pain is desire, I think the reason for life's pain is consciousness.

And as much as this was argued in my facebook status here it cannot be argued since ...well....it is my blog really :)

Anyway.....pain.....can be perceived in so many different ways spiritual or emotional or physical but still pain nonetheless.

The last 3 months have been a cocktail of sorts for me in this area.

Emotional due to the life changing events that took place in my life, changes I did not desire nor expected nor cared for. The very foundations I built my life upon were shuttered and I was left to gather the pieces frightened -truly frightened for what was left for me to be now- and alone.

Spiritual due to the fact that all the decisions I made in the past few years were put under the microscope and many were found wanting. Spiritual because the very meaning of my life was in question here, not just because of what happened but also because of the sudden (although not unexpected) disappearance of everyone I counted on as friend or even more. And not just disappearance but also attempts of manipulating the situation to some other ends...it is one thing to try and manipulate someone when he is strong but it is a completely another thing to do it when he is down. Now that...is cruel and immoral. Very immoral. Many of my memories from the past related to many people were shuttered and for that I am truly in pain. I was....in a very very dark and lonely place , quite resembling my images of Dante's inferno where I could see no light, only darkness.

Physical because I also got ill and was hospitalized which added to this whole situation the sudden break of my body...not unexpected under the circumstances.

But....we humans have an extreme tolerance as it seems and we also have amazing healing abilities. We have a built in mechanism to forget and survive I guess.

Well I have not forgotten, it is after all too soon , but I am beginning to see glimpses of light.

The road to enlightenment is a very lonely road , yes it is indeed, but does it really have to be so damn hard???? Yes...I guess it does.....

I was looking out my hospital window and was utterly miserable and lonely, it was evening and a very dark evening with no afterglow. Suddenly the first drops of rain started to fall, hesitant at first and then all the more bold and even violent. I got up and touched the cool windowglass with my forehead and that touch was sort of liberating, as if the anger of the storm calmed the storm within me, released me even if it was for a brief period of time.

I am used to my solitude, seek it even. Loneliness is marked by a sense of isolation. Solitude, on the other hand, is a state of being alone without being lonely and can lead to self-awareness.

In that dark place I could only enjoy my solitude in those hours of the night just before dawn when everyone is asleep, and nature is waiting for the first ray of light.

I had lost myself.

Now I am slowly beginning to find myself again but I am far too tired....oh so tired......so very tired......I do not have the luxury of being tired I have to perform, I have to be there for others and I have to work but oh I'm so very tired.

Sometimes I look at those fairy tale drawings and I see fairies sleeping this enchanted sleep of the fairy queen and I so long for that sleep, I so long to slip into this world as Marion did , to find my long saught after Avalon.

I read lately again Hamlet's monologue from the play Act III Scene I, 'To be or not to be'

Maybe it is that I have grown or maybe it is that I can finally relate to what this monologue is really about :




To be or not to be, that is the question;
Whether 'tis nobler in the mind to suffer
The slings and arrows of outrageous fortune,
Or to take arms against a sea of troubles,
And by opposing, end them. To die, to sleep;
No more; and by a sleep to say we end
The heart-ache and the thousand natural shocks
That flesh is heir to — 'tis a consummation
Devoutly to be wish'd. To die, to sleep;
To sleep, perchance to dream. Ay, there's the rub,
For in that sleep of death what dreams may come,
When we have shuffled off this mortal coil,
Must give us pause. There's the respect
That makes calamity of so long life,
For who would bear the whips and scorns of time,
Th'oppressor's wrong, the proud man's contumely,
The pangs of despised love, the law's delay,
The insolence of office, and the spurns
That patient merit of th'unworthy take
s,
When he himself might his quietus make
With a bare bodkin? who would fardels bear,
To grunt and sweat under a weary life,
But that the dread of something after death,
The undiscovered country from whose bourn
No traveller returns, puzzles the will,
And makes us rather bear those ills we have
Than fly to others that we know not of?
Thus conscience does make cowards of us all,
And thus the native hue of resolution
Is sicklied o'er with the pale cast of thought,
And enterprises of great pitch[1] and moment
With this regard their currents turn awry,
And los
e the name of action.[2]


When we have shed of this mortal coil, and in that sleep of death what dreams may come.

But then again there is this unfulfilled promise to myself, that I will travel all around the world, see some new things just like Mac said and enjoy as much of this pale blue dot as possible.

But conscience ......it does make cowards of us all......you were right Hamlet.....I had to grow to really understand.

I am still here.

(on the left my spirit on the right my psyche)







(all pictures by Arthur Hughes, John Collier and John William Waterhouse, my imaginery companions)

Labels: , , , , ,